Τα κουμκουάτ είναι μια ομάδα από μικρά δέντρα που ανήκουν στην οικογένεια Rutaceae. Η μορφή τους είναι κατά πολύ ίδια με τα πορτοκάλια αλλά τα κουμκουάτ είναι πολύ μικρότερα και με έντονο σχήμα οβάλ και σε μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από ελιά.
Η ανάπτυξή τους είναι αργή και τα δέντρα μπορούν να φτάσουν σε ύψος τα 4.5 μέτρα. Τα φύλλα είναι σκούρα πράσινα με λευκά άνθη, όμοια με άλλα λεμονοειδή φυτά. Με σημαντικό παράγοντα το μέγεθος του δέντρου η παραγωγή μπορεί να είναι από μερικές εκατοντάδες μέχρι μερικές χιλιάδες φρούτα το χρόνο.
Το στρογγυλό Κουμκουάτ (γνωστό και ως Marumi kumquat ή Morgani kumquat) παράγεται σε χρυσοκίτρινη απόχρωση, είναι μικρού μεγέθους και στρογγυλού ή οβάλ σχήματος. Η φλούδα έχει μια γλυκιά γεύση αλλά ταυτόχρονα το εσωτερικό του έχει μια ξινή γεύση.
Το φρούτο τρώγεται μαγειρευτό αλλά η κύρια χρήση του είναι για μαρμελάδα και Jel. Το Κουμκουάτ συμβολίζει καλή τύχη και είναι η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη ποικιλία, καθώς είναι ανθεκτικό στο κρύο αλλά και εύκολο στη διατήρησή του σαν διακοσμητικό φυτό μέσα στο σπίτι.
Fortunella margarita, γνωστό και ως Nagami Κουμκουάτ, είναι στενός συγγενής του λεμονιού. Είναι ένα δέντρο που φτάνει, και μερικές φορές ξεπερνάει, τα 4 μέτρα ύψος και τα 4 μέτρα πλάτος. Το συναντάμε σε όλη τη νοτιοανατολική Ασία και για την ακρίβεια στην Κίνα. Μπορεί να αντέξει σε αρκετά σκληρές συνθήκες μέχρι και -10 βαθμούς. Μπορεί να αναπτυχθεί σε περιοχές που φτάνουν τους 20 βαθμούς, αλλά επίσης ευδοκιμεί και σε στεγασμένες περιοχές. Σε αντίθεση με τις περισσότερες οικογένειες Κουμκουάτ, το οβάλ Κουμκουάτ έχει μικρότερη περίοδο παραγωγής, η οποία τελειώνει στο τέλος του φθινοπώρου, κάτι το οποίο εν μέρει εξηγεί την αντοχή του στις χαμηλές θερμοκρασίες.
Το Κουμκουάτ προέρχεται από τη Νότια Ιαπωνία και την Κίνα, όπου καλλιεργούνταν από τον 12ο αιώνα. Έκτοτε καλλιεργείται και αναπτύσσεται συστηματικά στην Ιαπωνία, Ταϊβάν, Φιλιππίνες και όλη τη νοτιοανατολική Ασία. Η ονομασία του στα Κινέζικα σημαίνει “χρυσό πορτοκάλι” εξαιτίας του πολύ μικρού μεγέθους του. Στην Ευρώπη πρωτοεμφανίστηκε το 1846 από τον Robert Fortune και έτσι άρχισε να καλλιεργείται από τα μέσα του 19ου αιώνα σαν καλλωπιστικό φυτό. Στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Κέρκυρα, εμφανίστηκε το 1924 από τον Βρετανό γεωπόνο Sidney Merlin, ο οποίος φύτεψε το πρώτο δέντρο Κουμκουάτ στο αγρόκτημά του. Έκτοτε καλλιεργείται συστηματικά στην Κέρκυρα. Τα δεντράκια του Κουμκουάτ ευδοκιμούν κυρίως στο βορειοδυτικό μέρος του νησιού και είναι από τα βασικά προϊόντα του νησιού.